Μέσα σ' αυτόν τον καιρό, σ' αυτή την καταιγίδα,
ποτέ δεν θα άφηνα τα παιδιά έξω
Μια αληθινή αντιπαράθεση ή μια σκηνοθετημένη πραγματικότητα; Ο χρόνος και ο τόπος του GRAUTS είναι το πλατό μιας τηλεοπτικής συνέντευξης την εποχή της εκτόξευσης των διαπλανητικών Βόγιατζερ. Στον απόηχο των πειραματισμών με LSD, ένα σκηνοθετημένο talk show ισορροπεί ανάμεσα στο ντοκουμέντο, την παραίσθηση και τη συναυλία.
Η κατασκευασμένη ‘πραγματική’ ιστορία εστιάζει στη σύγκρουση του Παρουσιαστή –του ‘νέου βασιλιά’ των media– που επικαλείται τη λογική, την τάξη και την ανάγκη για έλεγχο, με την Αρχηγό της σέχτας – μια new age περσόνα– που προβοκάρει και εξαπατά ωθώντας προς το χάος. Έντονοι διάλογοι φωτίζουν αναδρομικά –στη σημερινή, απογυμνωμένη από αυταπάτες μετα-τηλεοπτική εποχή– την ανεπάρκεια του Παρουσιαστή να διαμεσολαβήσει για την αλήθεια. Ταυτόχρονα, ο καταστροφικός κυνισμός της Αρχηγού προελαύνει με όλον τον μαγικό εξοπλισμό της. Η επίκληση της λογικής και η ανάγκη για έλεγχο υποκλίνονται στην αποκάλυψη του εαυτού. Η Καμεραγούμαν, ο Φλορ μάνατζερ και η Μακιγιέζ, από βουβό προσωπικό υποστήριξης, γίνονται συντελεστές αυτής της αποδόμησης. Η κοινοτοπία του τηλεοπτικού πλατό μετατρέπεται σε τόπο ανάδυσης του προσωπικού και του συλλογικού τραύματος.
Ο κύκλος τραγουδιών που συνέθεσε ο Γκούσταφ Μάλερ (1901-1904), σε ποίηση του Φρίντριχ Ρίκερτ, με τίτλο Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά (Kindertotenlieder), διασκευάζεται σε ψυχεδελικές και πανκ παραλλαγές, που ‘εισβάλλουν’ οργανικά και εκτελούνται ζωντανά από το επί σκηνής συγκρότημα. Παράλληλα, γίνεται χρήση ενός συστήματος Τεχνητής Νοημοσύνης και ενός πρωτότυπου διαδραστικού εργαλείου.
Ο τίτλος GRAUTS είναι μια επινοημένη λέξη, εμπνευσμένη από όρους διαφόρων γλωσσών και αποδίδει τον εσωτερικό ήχο του έργου: ψίθυρος, γρατζούνισμα, μουγκρητό.
Το show δεν τελειώνει με κλαυθμύρισμα, τελειώνει με πάταγο.